Τε. Σεπ 28th, 2022

TRIKALATV.GR

Πανελλαδικό δίκτυο

Τρίκαλα, πρωτεύουσα του ΕΑΜικού κράτους

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ >>

Πόσοι άραγε από τους νεώτερους συμπολίτες μας γνωρίζουν πως τα Τρίκαλα υπήρξαν  για ένα περίπου δίμηνο – τέλη Δεκεμβρίου 1944 ως μέσα Μαρτίου 1945- πρωτεύουσα  του ΕΑΜικού κράτους;  Mετά τα Δεκεμβριανά και  ως την Συμφωνίας της Βάρκιζας, τα Τρίκαλα  φιλοξένησαν την ηγεσία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ( Σαράφης, Βελουχιώτης, Ζεύγος, Παρτσαλίδης κ.ά ) καθώς και εκατοντάδες  κομμουνιστές μαζί με τις οικογένειές τους.

Μερικά από τα στοιχεία εκείνης της περιόδου αποδελτιωμένα από τον αστικό και αριστερό Τύπο της εποχής τα έχω ήδη δημοσιεύσει στο τρίτομο έργο μου « Τρίκαλα, Από τον Σεϊφουλλάχ ως τον Τσιτσάνη»

Όμως με μεγάλη μου έκπληξη διάβασα πρόσφατα στο βιβλίο- μαρτυρία (ο ίδιος το αποκαλεί ντοκυμανταίρ) του πολύ καλού και γνωστού σκηνοθέτη Φώτου Λαμπρινού, εκδόσεις Καστανιώτη 2019, τις αναμνήσεις του από εκείνη την περίοδο.

Ο οκτάχρονος την εποχή εκείνη Φώτος ήρθε στα Τρίκαλα μαζί με τον πατέρα του Γιώργη, σημαντικό στέλεχος της αριστερής  παράταξης.

Μολονότι παιδί,  ο Φώτος θυμάται πολλά. Επειδή οι μαρτυρίες για την εποχή εκείνη σπανίζουν του ζήτησα την άδεια να δημοσιοποιήσω μερικά αποσπάσματα τα οποία – κατά τη γνώμη μου- φωτίζουν κάποιες άγνωστες πτυχές. Μου την έδωσε χωρίς κανένα ενδοιασμό και τον ευχαριστώ από καρδιάς.

Η «Μεγάλη  Πορεία» όπως  την αποκαλεί ο ίδιος  ήταν δύσκολη και επίπονη.  Όμως τη συνέχεια καλύτερα να μας την  πει ο ίδιος.

«Όλος  ο άμαχος πληθυσμός του ΕΑΜ-ΚΚΕ που παράτησε την Αθήνα ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα και στα Τρίκαλα, όπου και η έδρα του ΕΑΜ, στο παλιό ξενοδοχείο της Μικρής πλατείας  με τους φανοστάτες, αμέσως μετά το ποτάμι». ( Προφανώς πρόκειται για την πλατεία Ρήγα Φεραίου και το Ξενοδοχείο Πανελλήνιον).

{…} Η «εγκατάσταση» δεν ήταν απλή υπόθεση. Δεν ετίθετο θέμα ενοικίασης σπιτιών ή δωματίων. Ο πατέρας μου, ο Μέμος Μακρής, ο Αποστόλης Μουσούρης, ο Αποστόλης ο ελασίτης κι εγώ εγκατασταθήκαμε σε ένα επιταγμένο δωμάτιο της οικογένειας Λαγού, που την αποτελούσαν το αντρόγυνο και δύο κόρες στην εφηβεία.

Το κρύο, Δεκέμβρης μήνας προς το τέλος του, ήταν φοβερό και οι τέσσερις άντρες και εγώ κοιμόμαστε στρωματσάδα στο πάτωμα, ο ένας δίπλα στον άλλον για να ζεσταθούμε. {…} Οι μεγάλοι  έφευγαν μετά το πρωινό ξύπνημα κι εγώ, δήθεν λόγω κρύου, επισκεπτόμουνα το μεγάλο δωμάτιο της οικογένειας   Λαγού, όπου δέσποζε στο κέντρο μια ξυλόσομπα. Την αγκάλιαζα κυριολεκτικά, με τα γόνατά μου, τόσο που κάθε φορά έκανα να κουνηθώ, τα τσουρούφλιζα, με τα σημάδια να υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ο  λόγος των ατέλειωτων επισκέψεών μου, ένα άλλο είδος «επίταξης»,  δεν ήταν μόνο το κρύο αλλά και το φαγητό. Οι κοπέλες του σπιτιού με πλησίαζαν κάθε τόσο μασουλώντας και από ευγένεια μου έδιναν κι εμένα κάτι να τσιμπήσω. Μερικές φορές καθόμουνα μέχρι να μεσημεριάσει, οπότε, στρώνοντας το τραπέζι με καλούσαν κι εμένα να καθίσω μαζί τους. Θυμάμαι ακόμα τις πεντανόστιμες σπανακόπιτες. Τα κορίτσια είχαν μαζί μου ιδιαίτερο θάρρος,  όμως δεν ξεμύτιζαν από  το δωμάτιό τους πριν φύγουν όλοι οι άντρες, γιατί οι γονείς φοβόντουσαν, ιδίως τον Αποστόλη τον ελασίτη που ήταν νέο και όμορφο παλικάρι. {…} Σε αυτό το σπίτι ωστόσο, παρ’όλη τη θαλπωρή, αρρώστησα. Πνευμονία. Πυρετός, αδυναμία. {…} Από κάποια πηγή ο πατέρας μου προμηθεύτηκε ένα πλεκτό καλάθι γεμάτο αυγά, τα οποία έτρωγα κάθε πρωί «χτυπητά» με ζάχαρη, που μου πρόσφεραν ευγενικά οι Λαγοί, ενώ ως φάρμακο μου χορήγησαν τη σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη, τη σουλφαμίδα. Υγιής πλέον γυρνούσα στα Τρίκαλα σαν να ήταν γενέτειρά μου».

Στη συνέχεια ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι πήγαινε στο τριώροφο πέρα από το ποτάμι, όπου είχαν βολευτεί δύο γνωστές του συναγωνίστριες -η μία ήταν θεία του- η οποία, όταν είχε καλοκαιρία, τον έβγαζε στο μπαλκόνι και τον ξεψείριαζε. Συχνά  μάλιστα τον χαρτζιλίκωνε και ο Φώτος πήγαινε και έτρωγε στις ψησταριές διότι το δωρεάν φαγητό στη λέσχη του ΕΛΑΣ δεν του άρεσε. (Εικάζεται πως η Λέσχη στεγαζόταν στο καφενείο Κωστίκα).  Φυσικά ως παιδί έπαιζε. Σύντροφός του  ο  Λουκάς,  γιος της Βάσως  Θανασέκου.

«Με τον Λουκά είχαμε ανακαλύψει στα γραφεία του ΕΑΜ ένα ντουλάπι  με γυάλινη βιτρίνα, όπου υπήρχαν μερικές σφαίρες. Τις κλέβαμε και τρέχοντας στο ποτάμι βγάζαμε τη μπαρούτι, τοποθετούσαμε τον κάλυκα σ’ ένα αυτοσχέδιο όπλο με λάστιχο και καρφί, κάτι σαν σφενδόνα ή μεσαιωνικό τόξο, τραβούσαμε το λάστιχο και απολαμβάναμε τον ήχο που έκανε η κάψουλα. Οι πιτσιρίκοι των Τρικάλων δεν μας πλησίαζαν, μας κοιτούσαν από απόσταση με περιέργεια και είχαμε την αίσθηση ότι μας θεωρούσαν κάτι σαν εξωγήινους. {…} Στα γραφεία του ΕΑΜ στεγαζόταν και ο «Ραδιοφωνικός Σταθμός» τον οποίο διηύθυνε και ήταν βασικός εκφωνητής ο Ντίνος Τσαλόγλου». {…} Το ξενοδοχείο-γραφεία του ΕΑΜ ( Πανελλήνιον)  βρισκόταν στη γωνία με τον κεντρικό δρόμο και απέναντί του η Λέσχη του ΕΛΑΣ. «Στη συμβολή των δυο δρόμων και μέχρι τη γέφυρα του ποταμού σχηματιζόταν κάτι σαν πλατειούλα με ένα μικρό παρτέρι με φανοστάτες». (Πρόκειται για την Πλατεία Ρήγα Φεραίου).

Εκεί ο  μικρός Φώτος  συνάντησε ένα μεσημέρι τον πατέρα του που τον κάλεσε να πάνε στη Λέσχη, όπου, όπως του τόνισε, τον περίμενε μια έκπληξη. Η έκπληξη ήταν ο Άρης Βελουχιώτης.

« Ο Άρης καθόταν ήδη πίσω από το μαρμάρινο τραπεζάκι και είχες την αίσθηση ότι καταλάμβανε τουλάχιστον τρεις καρέκλες, έτσι φαρδύ που ήταν το στέρνο του, σκεπασμένο με την πλούσια γενειάδα του, το στρατιωτικό σακάκι, μάλλον βρεταννικής προελεύσεως, τη φαρδιά δερμάτινη ζώνη με λωρίδα που έτεμνε λοξά το στήθος, και στο πλάι, λίγο πιο πίσω, η επίσης δερμάτινη ζώνη με το περίστροφο».

Σύμφωνα πάντα με την περιγραφή του μικρού Φώτου, την ώρα που ο πατέρας του κουβέντιαζε με τον Άρη, εκείνος προσπάθησε να του πάρει στη ζούλα το περίστροφο. Ο Άρης  φυσικά το κατάλαβε και χωρίς να τον κοιτάξει, του χάιδεψε τα μαλλιά και του είπε:   « Ας το αυτό, γιατί μέχρι να μεγαλώσεις δεν θα υπάρχουν τέτοια».{…} « Όλα αυτά συνέβησαν δυο βήματα από τους μοιραίους φανοστάτες της μικρής πλατείας και μόλις μερικούς μήνες πριν από το τέλος».

{…} «Προς το τέλος του Φλεβάρη, βρισκόμασταν πλέον στο 1945, έφτασε στα Τρίκαλα το τμήμα της ηγεσίας του ΕΑΜ που έλαβε μέρος στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Αμέσως διαδόθηκε   ότι διανύουμε τις τελευταίες μέρες στη θεσσαλική πόλη».

Στη συνέχεια του βιβλίου του ο Λαμπρινός αναφέρει τη σύσκεψη που έγινε στο οβάλ τραπέζι του σαλονιού του ξενοδοχείου. Θέμα συζήτησης η Συμφωνία της Βάρκιζας.  Ήταν εκεί οι Ζεύγος, Παρτσαλίδης, Σιάντος  Ιωαννίδης  και κάποιοι  άλλοι. Ο μικρός Φώτος είχε χωθεί μέσα και άκουγε τη συζήτηση χωρίς να  καταλαβαίνει τα διαμειφθέντα.

« Θυμάμαι ωστόσο  πολύ καλά την επόμενη μέρα, όταν οργανώθηκε παρέλαση μπροστά στο ξενοδοχείο- γραφεία, με όλο τον πληθυσμό των προσφύγων, των ένοπλων ανταρτών και πρωτοπόρα τα «Αετόπουλα».

  Σε ένα από τα  μπαλκόνια του ξενοδοχείου που έβλεπαν προς την πλατεία υπήρχαν μαζεμένα τα στελέχη, μαζί και ο πατέρας μου  και στο άλλο μόνος ο Παρτσαλίδης που θα μιλούσε στο πλήθος για τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Δίπλα του με ένα ποτήρι νερό στο χέρι, εγώ. Ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί κάτω από το μπαλκόνι, ξεσπούσε συνέχεια σε ζητωκραυγές και ο μπάρμπα-Μήτσος, προκειμένου να συνεχίσει την ομιλία του, άπλωνε τα χέρια του και ζητούσε να ησυχάσουν».

Όπως σημειώνει στο βιβλίο του ο Φώτος  δεν είδε την παράδοση των όπλων. Θυμάται ωστόσο τη μέρα της αναχώρησης τους από τα Τρίκαλα.  

«Μας στρίμωξαν σε δύο λεωφορεία, από αυτά που έκαναν το δρομολόγιο Τρίκαλα-Αθήνα και αφήνοντας την πόλη μπήκαμε στο θεσσαλικό κάμπο.{ …} Το λεωφορείο τα πήγαινε μια χαρά στο ίσιωμα, αλλά υπερφορτωμένο όπως ήταν, τα έβρισκε δύσκολα όταν πιάσαμε τις ανηφόρες που οδηγούσαν στη Λαμία. Επόμενο ήταν κάποια στιγμή να παρουσιάσει  τη πρώτη βλάβη και ο οδηγός να μας ζητήσει να βγούμε στο ύπαιθρο. {…} Τότε  ανακάλυψα ότι μπροστά μας  αλλά και πίσω από εμάς κινείτο ένα βρεταννικό τεθωρακισμένο με μεγάλες λαστιχένιες ρόδες. Αυτό που ερχόταν πίσω μας σταμάτησε σε μικρή απόσταση και δύο Βρεταννοί στρατιώτες μας πλησίασαν. Ο Μέμος που θα πρέπει να ήξερε αγγλικά εξήγησε περί τίνος επρόκειτο και οι  Βρεταννοί επέστρεψαν στο τεθωρακισμένο. {…} Στην επόμενη βλάβη ακολούθησε η ίδια διαδικασία».

Στη συνέχεια ο συγγραφέας περιγράφει ένα φαιδρό επεισόδιο με ένα ποτήρι γάλα που επέμενε ο πατέρας του να πιεί και εκείνος αρνιόταν πεισματικά. Τελικά για να το πιεί οι Βρεταννοί τον πήραν μαζί τους στο τεθωρακισμένο. Σε κάποια στιγμή μάλιστα του επέτρεψαν να φορέσει και τα ακουστικά με τα οποία οι Άγγλοι συνεννοούνταν με  το άλλο τεθωρακισμένο. Φυσικά δεν καταλάβαινε λέξη από όσα άκουγε. Ωστόσο, όπως χαρακτηριστικά γράφει «όφειλα κι εγώ να πω κάτι, οπότε άρχισα να επαναλαμβάνω ρυθμικά «ΕΑΜ_ΕΛΑΣ, Κάπα Κάπα Έψιλον».

Είχε πέσει η νύχτα και το κρύο ήταν τσουχτερό. Ο μικρός  αλλά θαυματουργός  -θα πρόσθετα εγώ- Φώτος κατέβηκε στο εσωτερικό του τεθωρακισμένου και λούφαξε ώσπου έφτασαν στα προάστια της  Αθήνας.

Κάπου εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία.

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΡΕΧΟΥΝ >